
Ιστορία, τέχνη και πολιτική μνήμη: σκέψεις με αφορμή την ταινία για τον Ιωάννη Καποδίστρια
Η πρόσφατη κινηματογραφική αναπαράσταση της ζωής και της πολιτικής διαδρομής του Ιωάννη Καποδίστρια επανέφερε στο προσκήνιο μια συζήτηση, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της κινηματογραφικής κριτικής. Οι αντιδράσεις, τις οποίες προκάλεσε η ταινία –από τον ενθουσιασμό μέχρι την έντονη αμφισβήτηση– φανερώνουν ότι η Ιστορία, ιδίως όταν αγγίζει πρόσωπα υψηλού συμβολικού φορτίου, παραμένει ένα πεδίο ενεργού πολιτισμικού και πολιτικού διαλόγου.
Το ζήτημα δεν αφορά απλώς το κατά πόσον μια καλλιτεχνική δημιουργία αποδίδει «πιστά» τα γεγονότα. Αγγίζει ένα βαθύτερο επιστημολογικό ερώτημα: ποια είναι τα όρια της ιστορικής «αντικειμενικότητας» και ποια η «νομιμότητα» της καλλιτεχνικής ερμηνείας του παρελθόντος.
Η ιστοριογραφία, ήδη από τον 19ο αιώνα, οικοδομήθηκε πάνω στο αίτημα της επιστημονικής ακρίβειας. Η περίφημη αρχή ότι ο ιστορικός οφείλει να παρουσιάζει τα γεγονότα «όπως πραγματικά συνέβησαν» υπήρξε το ιδεώδες μιας επιστήμης, η οποία επιδίωκε να αποδεσμευθεί από τη ρητορική της εθνικής «μυθολογίας» και της πολιτικής προπαγάνδας. Ωστόσο, η εξέλιξη της ιστορικής σκέψης κατέδειξε ότι το παρελθόν δεν προσφέρεται, σχεδόν ποτέ, σε μια απόλυτα ουδέτερη αναπαράσταση. Η επιλογή των πηγών, η ιεράρχηση των γεγονότων, η ίδια η γλώσσα της αφήγησης κλπ. προϋποθέτουν πάντοτε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο.
Η ιστορία, επομένως, δεν είναι απλώς καταγραφή, αλλά ερμηνεία. Ο ιστορικός λειτουργεί ταυτόχρονα ως ερευνητής και ως αφηγητής· καλείται να οργανώσει τα δεδομένα του παρελθόντος σε ένα νοηματικό σχήμα, καθιστώντας τα γεγονότα κατανοητά. Η αντικειμενικότητα παραμένει ζητούμενο, αλλά δεν ταυτίζεται με την απουσία ερμηνείας. Από αυτή την άποψη, η σχέση της ιστορίας με την τέχνη δεν είναι σχέση αντιπαλότητας, αλλά διαφορετικών μορφών πρόσληψης του παρελθόντος. Ο κινηματογράφος, όπως κάθε μορφή τέχνης, δεν λειτουργεί με τους όρους της επιστημονικής τεκμηρίωσης, λειτουργεί με τους όρους της αισθητικής και της δραματουργίας. Σκοπός του δεν είναι να παραθέσει απλώς τα γεγονότα, αλλά να αποδώσει το ανθρώπινο δράμα που τα συνοδεύει.
Η κινηματογραφική αφήγηση αναζητεί τη δραματική ένταση, τις συγκρούσεις και τα διλήμματα, τα οποία καθιστούν μια ιστορική προσωπικότητα δραματικό υποκείμενο. Σε αυτή τη διαδικασία η Ιστορία μετασχηματίζεται σε αφήγηση με υπαρξιακό βάθος. Το γεγονός αυτό δεν συνιστά αναγκαστικά παραποίηση της Ιστορίας· συνιστά μια διαφορετική μορφή προσέγγισής της. Η περίπτωση του Ιωάννη Καποδίστρια είναι ενδεικτική της δυσκολίας αυτής. Πρόκειται για μια προσωπικότητα, η οποία από την εποχή της δράσης της ενσάρκωσε ένα βαθύ πολιτικό ρήγμα. Ο πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους επιχείρησε να συγκροτήσει έναν ισχυρό διοικητικό μηχανισμό και να επιβάλει μια μορφή κεντρικής πολιτικής εξουσίας προς μία κοινωνία, η οποία παρέμενε ακόμη έντονα κατακερματισμένη. Η πολιτική αυτή επιλογή τον έφερε σε σύγκρουση με τα δίκτυα τοπικής ισχύος –προεστούς, οπλαρχηγούς και περιφερειακές ελίτ– που είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Η αντιπαράθεση δεν ήταν μόνο θεσμική, αλλά και βαθιά κοινωνική. Αφορούσε το ερώτημα για το ποια μορφή εξουσίας θα χαρακτήριζε το νέο ελληνικό κράτος: ένα συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα ή μια χαλαρότερη μορφή πολιτικής οργάνωσης, η οποία θα άφηνε μεγαλύτερο χώρο στις τοπικές δυνάμεις. Η τραγική κατάληξη της σύγκρουσης αυτής, με τη δολοφονία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο το 1831, προσέδωσε στην προσωπικότητά του έναν σχεδόν δραματουργικό χαρακτήρα. Έκτοτε η μορφή του κινείται διαρκώς ανάμεσα σε δύο ερμηνευτικά σχήματα: από τη μία πλευρά ο οραματιστής μεταρρυθμιστής, ο οποίος επιχείρησε να θεμελιώσει ένα σύγχρονο κράτος· από την άλλη ο αυστηρός κυβερνήτης, ο οποίος συγκρούστηκε με τις κοινωνικές ισορροπίες της εποχής του. Ο σύγχρονος διάλογος, λοιπόν, γύρω από την κινηματογραφική του απεικόνιση φαίνεται να αναπαράγει, σε συμβολικό επίπεδο, αυτή τη διττή πρόσληψη. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφωνία γύρω από μια ταινία. Πρόκειται για μια σύγκρουση ερμηνειών, αντανακλώντας διαφορετικές αντιλήψεις για την πολιτική παράδοση και για τα πρότυπα ηγεσίας, τα οποία εξακολουθούν να λειτουργούν μέσα στην ελληνική ιστορική συνείδηση.
Επειδή το ερμηνευτικό ζήτημα είναι τεράστιο και ανάγεται εν γένει στη φιλοσοφία της Ιστορίας θα παραθέσουμε για παράδειγμα μία ερμηνευτική προσέγγιση από τις πλείστες, που θα μπορούσε κάποιος να αναπτύξει. Τη συμβολή της ιστοριογραφικής σκέψης του Jacques Le Goff. Ο μεγάλος Γάλλος ιστορικός, συνδεδεμένος με την παράδοση της σχολής των Annales, υπογράμμισε ότι η ιστορία δεν είναι μόνο μελέτη του παρελθόντος, αλλά και μελέτη της μνήμης. Οι κοινωνίες δεν θυμούνται το παρελθόν με ουδέτερο τρόπο· το επανερμηνεύουν διαρκώς μέσα από τα ερωτήματα και τις ανάγκες του παρόντος. Οι μεγάλες ιστορικές μορφές μετατρέπονται έτσι σε συμβολικούς τόπους μνήμης, σε σημεία όπου συναντώνται διαφορετικές αφηγήσεις της συλλογικής ταυτότητας. Επομένως, βάσιμα δύναται να ισχυριστεί κάποιος ότι η μορφή του Καποδίστρια λειτουργεί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο ιστορικής έρευνας· αποτελεί, επίσης πεδίο συμβολικής επένδυσης, όπου προβάλλονται διαφορετικές αντιλήψεις για το κράτος, την εξουσία και τη φύση της πολιτικής ηγεσίας.
Ο κινηματογράφος, ως κατεξοχήν πολιτισμικό μέσο της σύγχρονης εποχής, συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη διαδικασία. Οι εικόνες τις οποίες παράγει δεν αναπαριστούν απλώς το παρελθόν· συμβάλλουν στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης. Γι’ αυτό και κάθε κινηματογραφική αναπαράσταση μιας ιστορικής προσωπικότητας γίνεται, αναπόφευκτα, μέρος της δημόσιας ιστορικής συζήτησης. Η ένταση των αντιδράσεων, τις οποίες προκάλεσε η ταινία δεν θα πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ως ένδειξη πολιτισμικής κρίσης. Αντίθετα, μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη ότι η ιστορία εξακολουθεί να λειτουργεί ως ζωντανό στοιχείο της δημόσιας σφαίρας. Όταν μια κοινωνία συζητά έντονα, για τον τρόπο με τον οποίο αναπαρίσταται το παρελθόν της, σημαίνει ότι το παρελθόν αυτό εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί το παρόν της.
Ίσως τελικά, η μεγαλύτερη συμβολή μιας τέτοιας κινηματογραφικής απόπειρας να μην βρίσκεται στην οριστική ερμηνεία, την οποία προτείνει, αλλά στο γεγονός ότι ενεργοποιεί εκ νέου τη σχέση της κοινωνίας με την ιστορική της μνήμη. Κάθε εποχή, άλλωστε, επιστρέφει στο παρελθόν όχι για να το επαναλάβει, αλλά για να αναζητήσει μέσα σε αυτό τα ερωτήματα που την απασχολούν. Αρκεί τα ερωτήματα αυτά να μην είναι στρατευμένα!
Πάτσης Χρήστος , Φιλόλογος του Εσπερινού Γυμνασίου – Λυκείου Μύρινας, MSc Φιλοσοφίας και Θεολογίας.
