Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

«Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω:

μια ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα»

Γιώργος Σεφέρης

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ – ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

«Ω γλυκύ μου έαρ…»

Οδεύουμε προς τις «ωραίες ώρες του έαρος», του Μεγάλου Πένθους, τις ώρες της Σταύρωσης και του θανάτου του Ιησού και είναι Απρίλης, η καρδιά της Άνοιξης. Μήνας ανθοφόρος και «θανατηφόρος» και μέσα του βιώνουμε την άνθιση-γέννηση, αλλά και την οδύνη, τη Σταύρωση και την Ανάσταση και κάπως έτσι αντιλαμβανόμαστε τον στίχο του Τ.S. ELIOT: “Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός γεννώντας μέσα απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές…”

Γράφει ο Νίκος Καρούζοςστο ποίημά του «Άσμα μικρό»:

«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.

Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».

Οδυσσέας Ελύτης:

«Μ. ΠΕΜΠΤΗ
ΜΕΡΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β
ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας

Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΣΑΝ ΝΑ ΜΟΝΟΛΟΓΩ, σωπαίνω.
Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής
Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, β
Αντίς για Όνειρο
ΠΕΝΘΙΜΟΣ ΠΡΑΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.
Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίονασπασμόν».

 Και από τις «Μέρες Επιταφίου» του Νίκου Γκάτσου:

Μεγάλη Πέμπτη

«Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τʼ ουρανού
κρέμεται σήμερα σε ξύλο
ίλεως Κύριε γενού!
Και στʼασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!

Με του Απριλιούτʼ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τʽ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τʼ αστέρια
στην άγια σκέπη τʼ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.

Μεγάλη Παρασκευή
Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό
κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τʼ ακουμπώ
φίλε δακρυοπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.

Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε.
των αρίστων άριστε.

Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε.
των μεγίστων μέγιστε».

Και βέβαια δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε τον υπέροχο ικετευτικό ύμνο για τον «Μεγαλύτερο Ξένο» που ψάλλεται στις εκκλησίες μας τις ώρες του Επιταφίου. Πρόκειται για  ένα πραγματικό διαμάντι κατά γράμμα, μέλος  και νόημα, γραμμένο τον 13ο αιώνα από τον λόγιο Γεώργιο Ακροπολίτη και εμπνευσμένο από την ομιλία του αγίου Επιφάνιου, αρχιεπισκόπου Κύπρου ( 4ος-5ος αιώνας).

Περιγράφει το γεγονός της προσέλευσης του Ιωσήφ του από Αριμαθαίας στον Πόντιο Πιλάτο με σκοπό να πάρει το σώμα του νεκρού Ιησού, να του αποδώσει τις πρέπουσες τιμές και να το ενταφιάσει. Απευθυνόμενος ο Ιωσήφ στον Πιλάτο αποκαλεί τον σταυρωθέντα Ιησού «ξένον». Είναι πράγματι ξένος; Η απάντηση υπάρχει μέσα σ΄αυτό το υπέροχο άσμα, στα ίδια τα λόγια του Ιωσήφ, αρκεί να τα προσέξουμε και θα αντιληφθούμε την «ερημία» του «ξένου Ιησού», αλλά και την δυστυχία που υπάρχει και σήμερα σ’ έναν κόσμο που τον έχουμε κάνει  «ξένο» για  μας.

«Τον ήλιονκρύψαντα τας ιδίας ακτίνας
και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν
τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος
προσήλθε των Πιλάτω και καθικετεύει λέγων:
«Δός μοι τούτον τον ξένον,
Τον εκ βρέφους ως ξένονξενωθέντα εν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον η μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα εβόα:
Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάχνα τριτρώσκομαι
και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα
αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω».
Και τούτοις τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον
ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,
ο και φόβω εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη,
κατέθετο εν τάφω τον παρέχοντα πάσι
ζωήν αιώνιον και το μέγα έλεος.

Μεταγραφή στη νεοελληνική :

«Τον ήλιο που έκρυψε τις ίδιες του τις ακτίνες
και το καταπέτασμα του ναού που διερράγη,
λόγω του θανάτου του Σωτήρος,
ο Ιωσήφ όταν (τα) είδε, προσήλθε στον Πιλάτο και θερμά ικετεύει λέγοντας:
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον κόσμο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν ξένο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που παραξενεύομαι να βλέπω του θανάτου το (παρά)ξενο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους πτωχούς και τους ξένους.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι Εβραίοι από φθόνο τον αποξένωσαν από τον κόσμο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι. Δώσε μου τούτο τον ξένο, που βλέποντάς τον νεκρό η Μητέρα φώναζε: Ω, Υιέ μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα πληγώνομαι και στην καρδιά σπαράζω που σε βλέπω νεκρό, αλλά αναθαρρώντας από την ανάστασή σου, δοξάζω.
Και με τούτα τα λόγια ικετεύοντας τον Πιλάτο ο άρχοντας λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα, που και με φόβο το τύλιξε σε σεντόνι και σε σμύρνα και το έβαλε σε τάφο, αυτόν που παρέχει σε όλους ζωή αιώνια και το μεγάλο έλεος».

Η κλαίουσα Παναγιά- Μάνα στη δημοτική μας παράδοση

Τέτοιες ημέρες των παθών, της Σταύρωσης και του θανάτου του Χριστού, ο λαός στρέφεται προς το πρόσωπο της  Παναγίας. Συναισθάνεται τον σπαραγμό της βλέποντας τον γιο της στον σταυρό του μαρτυρίου για τη σωτηρία του κόσμουΗ υμνωδία της Εκκλησίας αλλά και η λαϊκή μούσα αναπαράγει  τον πόνο και τον θρήνο της μάνας  που βλέπει το τέλος του γιου της και που, αντίθετα με την φυσική πορεία των πραγμάτων, θάβει πρώτη εκείνη το σπλάχνο της.
Το δημοτικό τραγούδι μέσα από την αφαιρετική του δομή,το αλληγορικό του περιεχόμενο και το λιτό μουσικό ύφος του, αναπαράγει με σεβασμό το τρίπτυχο πάθος-πένθος-λογισμός που συμπυκνώνει την ανθρώπινη ψυχική εμπειρία.
Η δημοτική  παράδοση μάς κληροδότησε μέσω του στόματος του απλού λαού μερικά από τα συγκλονιστικότερα μοιρολόγια. Γράφει η Μιράντα Τερζοπούλου στο δίσκο της Δόμνας Σαμίου «Τα Πασχαλινά»:

Το ευρύτατα διαδεδομένο σ’ όλο τον ελληνικό χώρο Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς είναι ένα μεσαιωνικό μακροσκελές ομοιοκατάληκτο στιχούργημα λόγιας προέλευσης, αλλά εντυπωσιακά πλατιάς λαϊκής αποδοχής. Επηρεασμένο από τις σχετικές περικοπές των Ευαγγελίων και την υμνογραφία της Εκκλησίας αποτελεί έναν ανθρωποκεντρικό αφηγηματικό θρήνο για τη μαρτυρική πορεία του Χριστού προς τον σταυρικό θάνατό Του, ιδωμένη μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα της τραγικής του μάνας.Τραγουδισμένο από τις γυναίκες γύρω από τον “τάφο” του Χριστού, κατά το ήθος και το ύφος των οικείων τους κοσμικών μοιρολογιών, εκφράζει τη συμπόνοια, την ταύτισή τους με τη μητρική, ανθρώπινη πλευρά της Παναγιάς. Ωστόσο ο τρόπος της τελετουργικής του επιτέλεσης αποκαλύπτει τις προχριστιανικές ρίζες του εθίμου. Αν και υπάρχουν κατά τόπους διαφορές, σε επί μέρους στοιχεία του τραγουδιού ή στη μελωδική του εκφορά, η δομή και η φόρμα του Μοιρολογιού καθώς και η λειτουργία του παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες από την Κάτω Ιταλία μέχρι τον Πόντο και την Κύπρο.

 Παραθέτουμε μερικές παραλλαγές:

Μοιρολόϊ της Παναγίας, ( Της Κάσου)
το μοιρολόϊ της Μάνας.

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερ’ άγγελοι, αρχάγγελοι, όλοι μαυροφορούνε,

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,

σήμερα πάνε κι’ έρχονται στης Παναγιάς την πόρτα.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν στο θρονί της,

την προσευχή της έκανε για το μονογενή της.

Ακούει βροντές, ακούει αστραπές και ταραχές μεγάλες,

προβάλλει, από τη θύρα της να δη στη γειτονιά της.

Βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ’ άστρα βουρκωμένα

ακούει φωνή, ακούει λαλιά, απ’ αρχαγγέλου στόμα:

«Σώσε, κερά μου Παναγιά,  τούτηνε δα την ώρα

και τον Υγιό τον επιάσανε, και στο σταυρό τον πάνε.»

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθη,και,

σαν την συνεφέρανε, τούτο το λόγο λέει:

«Όσοι πονάτε το Χριστό, όλοι κοντά μου ελάτε.»

Η Μάρθα , η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα,

του Ιακώβ η αδελφή, κ’ οι τέσσερες αντάμα, επήραν το στρατί-στρατί,

στρατί το μονοπάτι. Τηράν ζερβά, τηράν δεξιά, κανένα δε γνωρίζουν,

τηρούν και πιο δεξιώτερα, θωρούν τον Άϊ-Γιάννη.

«Άϊ μου Γιάννη, Πρόδρομε  και βαπτιστή του γιού μου,

μην είδες μου το τέκνο μου και σε το δάσκαλό σου;»

«Ποιος έχει χείλη να στο πη, καρδιά να μολογήση,

ποιος έχει χειροπάλαμα  για να σου τονεδείξη»;

«Έχεις και χείλη να το πης,  καρδιά να μολογήσης,

έχεις και χειροπάλαμα, για να μου τόνε δείξης.»

«Θωρείς εκείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή, αγκάθινο στεφάνι;

Εκείνος είναι ο γιόκας σου,  κ’ εμέ διδάσκαλός μου.»

Η Παναγιά, σαν τάκουσε, τούτον τον λόγο λέει:

«Πού ‘ναι γκρεμνός να γκρεμιστώ, γιαλός να πάω να πέσω;»

Κανένας δεν της μίλησε να την παρηγορήση·

μον’ ο Χριστός της μίλησε απ’ τον σταυρόν επάνω:

«Κάμε, μανούλα, υπομονή  και διάφορο δεν έχεις.

Στρώσε τραπέζι θλιβερά  να φάνε οι θλιμμένοι

και, το μεγάλο Σάββατο, καθού να μ’ απαντέχης.ΤηνΚυριακίτσα το πουρνό ,
θα πουν Χριστός Ανέστη  

ΜΥΤΙΛΗΝΗ
…;
Πηγαίνει στο σπιτάκι της και στρώνει το τραπέζι
κι έκατσε και περίμενε τον ερχομό του γιου της.
Πέρασε και η αγιά Καλή και την καλησπερίζει.
– Ποιός είδε γιο εις το σταυρό και μάνα στο τραπέζι.
– Άντε και σύ αγιά Καλή, νά ‘σαι καταραμένη,
παπάς να μη σε λειτουργά, διάκος να μη σε ψέλνει,
μόνο στην άκρη του γιαλού το κύμα να σε δέρνει.
Το λόγο δεν τελείωσε κι ανοίξαν τα ουράνια,
βλέπει το γιό της κι έρχεται σα φως και σα λαμπάδα
.

ΡΕΪΖΝΤΕΡΕ ΕΡΥΘΡΑΙΑΣ, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ:

Άι-μου Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή του γιου μου,
– που είναι ‘με ο γιούκας μου και ‘σε ο δάσκαλός σου.
-Δεν  έχω στόμα να στα πω, γλώσσα να στα μιλήσω
 κι ούτ’ η καρδιά μου τα βαστά να σου τα μολοήσω
.

ΜΑΡΜΑΡΑΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

…;
Φωνή εξήλθ’ εξ ουρανού
Φωνή εξήλθ’ εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα.
Σώνουν κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τας αυλάς, εκεί τον τυραννάνε.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνιά νερό της ρίξανε όσο να ‘ρθεί ο νους της
κι απάνω που συνέφερε, τούτον τον λόγο λέγει.
…;

Ηχογραφήθηκε σε στούντιο, το 1978.

Η Δόμνα Σαμίου το κατέγραψε στην Αμάρυνθο (ή Βάθεια) της Εύβοιας το 1978, από τη Φώτω Καραδήμου, γεννημένη το 1913 στο Πραστειό Μαρμαρά (Προκοννήσου).

ΦΟΥΡΝΟΙ  ΙΚΑΡΙΑΣ
…;
-Ας έρθ’ η Μάρθα κι η Μαριά και του Λαζάρου η μάνα
και του Προδρόμου η αδερφή κι οι τέσσερις αντάμα.
Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και ο στρατίς τους έβγαλε στ’ ατσίγγανου την πόρτα.
-Ώρα καλή σ’ ατσίγγανε κι ίντα που μαστορεύεις;
-Οβραίοι μου παραγγείλανε καρφιά για να τους φιάξω,
μου παραγγείλαν τέσσερα, μα’ γώ τους φτιάχνω πέντε.
-Σύ Φαραέ που τά ‘φτιαξες, εσύ θα μου διδάξεις.
-Τα δυο θα μπουν στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό θα μπει μες στην καρδιά του.
…;

Μέσα σ’ αυτό το λαϊκό πνεύμα κινούνται και οι στίχοι του Κώστα Βάρναλη που μελοποιήθηκαν από τον Λουκά Θάνου και Νίκο Μαμαγκάκη και έγιναν γνωστοί με τις μοναδικές φωνές του ΝίκουΞυλούρητο πρώτο και της ΜαρίαςΔημητριάδη το δεύτερο:

ΒΑΡΝΑΛΗΣ Κ.: «Οι πόνοι της Παναγιάς» ( απόσπασμα)

«Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;

Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;

Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις

Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,

που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε νά σπαράξεις.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,

να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό

να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,

κ’ υστέρα απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ

που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής,

χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!

Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν!

Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!»

Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ( Κ. ΒΑΡΝΑΛΗ)

(«Η Μάνα του Χριστού» μουσική Ν. Μαμαγκάκης,ερμηνεία:Μ. Δημητριάδη-δίσκος Σκλάβοι Πολιορκημένοι, ( απόσπασμα):

…………….

Φεύγεις πάνουστὴνἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸποὺδὲνἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲμιλᾷς, δὲνκοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

……………

Κεῖστὸπλάγιδαγκάνανοἱὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιοςνὰπέσῃκαὶνἄρθῃτὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσανοἱὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.

Μὰ γιατί νὰσταθῇςνὰσὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

Καλή πορεία προς την Ανάσταση!

Δέσποινα Παπαδοπούλου 9 Απρίλη 2026