
“Η χαμένη πατρίδα του ποιητή”
Λημναίος
Ναυάγησε ο Ποιητής, ποθώντας την Ιθάκη!
«Πού χάθηκαν οι άνθρωποι; Πώς έκλεισαν οι δρόμοι;
Έρημοι πια απόμειναν, κι αγρίμια τους διαβαίνουν!».
Ο Ποιητής αιμορραγεί! Κι αναπολεί με πόνο!
Τον τόπο που γεννήθηκε, της μάνας του το χάδι!
Το δέντρο που εχάραξε την πρώτη του αγάπη!
Κι αυτούς τους στίχους που δειλά, μιλώντας στο φεγγάρι,
μια αυγουστιάτικη νυχτιά κρυφά εξομολογούσε.
Τότε που την αγάπη τους οι άνθρωποι στολίζαν,
με στίχους, λόγια της καρδιάς, με ανθρωπιά, με ρόδα!
Κι ο ήλιος κάθε πρωινό, με τα ηλιόφτερά του,
χάραζε δρόμους φωτεινούς, με όνειρα κι ελπίδες!
Τώρα, το βλέμμα βλοσυρό, τρομάζει την αγάπη.
Οι νύχτες έρχονται νωρίς, ακάλεστες, θλιμμένες.
Και μας κυκλώνει η μοναξιά, μας τρώει το σαράκι.
Φαντάζουν τόσο μακρινά κείνα τα καλοκαίρια!
Καπέλο ψάθινο η ψυχή, σε σπίτι στ’ ακρογιάλι.
Παρατημένο ξέφτισε σε πόρτα σφαλισμένη,
που καρτερά την Άνοιξη, ν’ ανοίξει σαν και πρώτα.
Απόκαμε ο Ποιητής, χάθηκε στη σιωπή του.
Χωρίς φτερά να προσπαθεί… να φτάσει στην Ιθάκη!!
